βύθιση


βύθιση
[вигиси] ουσ. Θ. погружение, окунание, потопление.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βύθιση" в других словарях:

  • βύθιση — η 1. το βούλιαγμα, ο καταποντισμός: Η φοβερή τρικυμία κατέληξε στη βύθιση του πλοίου. 2. μτφ., λήθαργος, νάρκη: Έπεσε σε βύθιση από την πολλή στενοχώρια του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βύθιση — η 1. καταβύθιση, κατάδυση 2. λήθαργος, νάρκη. [ΕΤΥΜΟΛ. < βυθίζω. Η λ. μαρτυρείται στους Ελληνικούς Κώδικες (αρχή εκδ. 1833)] …   Dictionary of Greek

  • βυθίσῃ — βυθίζω sink aor subj mid 2nd sg βυθίζω sink aor subj act 3rd sg βυθίζω sink fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυρσοδεψία — Οι τεχνικές και χημικές επεξεργασίες που κάνουν άσηπτα και αδιάβροχα τα δέρματα των ζώων. Η χρήση των δερμάτων για προστατευτικά καλύμματα και ενδύματα έχει τις ρίζες της στους προϊστορικούς χρόνους. Πολυάριθμες ενδείξεις παρουσιάζουν ως… …   Dictionary of Greek

  • γεωγραφική απομόνωση — Το φαινόμενο της απομόνωσης ενός ή περισσότερων φυτικών και ζωικών ειδών σε κάποιον χώρο λόγω της παρουσίας πρακτικά αδιάβατων γεωγραφικών εμποδίων (υψηλών οροσειρών, μεγάλων θαλάσσιων εκτάσεων), που εμποδίζουν την επαφή τους με την πανίδα και τη …   Dictionary of Greek

  • ίζημα — Στην αναλυτική χημεία ί. ονομάζεται η στερεή φάση που καθιζάνει από ένα διάλυμα με συμπύκνωση πέρα από το όριο κορεσμού, με προσθήκη ενός άλλου διαλύτη ή με τη δράση ενός ειδικού αντιδραστηρίου, το οποίο μπορεί να είναι υγρό, αέριο, στερεό ή… …   Dictionary of Greek

  • βερνίκι — Στη ζωγραφική, ο όρος δηλώνει διάφορες χημικές ενώσεις κατάλληλες για την επίστρωση των χρωμάτων, για τη διόρθωση ενός έργου και για την προστασία ενός πίνακα από τις καιρικές συνθήκες. Ανάλογα με τη χρήση τους, τα β. αποτελούνται από διαλύματα… …   Dictionary of Greek

  • βύθισμα — το 1. η βύθιση 2. το μέρος του πλοίου από την ίσαλο γραμμή ώς την τρόπιδα, την καρίνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < βυθίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στον Ηλία Κανελλόπουλο] …   Dictionary of Greek

  • εμβάπτιση — η η βύθιση υλικού ή αντικειμένου μέσα σε υγρό …   Dictionary of Greek

  • εμβύθιση — η η βύθιση μέσα σε κάτι …   Dictionary of Greek